Από τον Θωμά Λαμπρόπουλο,
Το χρονικό μιας καθημερινότητας γεμάτης ανθρώπους, μυρωδιές, μικρές χαρές και αναμνήσεις που δεν χωρούσαν σε μια οθόνη......
Κοιτάζεις μια οθόνη και νομίζεις πως έχεις τον κόσμο στα χέρια σου. Εκατοντάδες «φίλοι» που ίσως δεν συναντήσεις ποτέ. Αντιδράσεις αντί για αγκαλιές. Ατελείωτο scrolling, που υπόσχεται επικοινωνία, αλλά δεν αποκλείεται να αφήσει πιο μόνο από πριν.
Υπήρξε, όμως, μια Ελλάδα διαφορετική. Μια Ελλάδα που, τις δεκαετίες του '70, του '80 και του '90, ζούσε στους δρόμους, στις αυλές, στα κατώφλια και στις πλατείες. Η ζωή δεν ήταν ψηφιακή. Ήταν χειροποίητη, με τα καλά και τα δύσκολα της. Δεν είχαμε κινητά τηλέφωνα, κοινωνικά δίκτυα και αμέτρητες επιλογές ψυχαγωγίας. Είχαμε, όμως, γειτονιές που έσφυζαν από ζωή, ανθρώπους που γνώριζαν ο ένας τον άλλον και στιγμές που δεν χρειάζονταν φωτογραφία για να μείνουν αξέχαστες.
Ήταν μια εποχή που μεγάλωσε γενιές ολόκληρες, με όνειρα, στερήσεις, αγωνίες και την ελπίδα για ένα καλύτερο αύριο. Κι αν σήμερα ανατρέχουμε σε εκείνα τα χρόνια με νοσταλγία, δεν είναι επειδή όλα ήταν καλύτερα. Είναι επειδή κάποια πράγματα είχαν μια αξία που δύσκολα μετριέται: τον χρόνο που μοιραζόμασταν και την αίσθηση ότι ανήκαμε κάπου.
Τ ο σύμπαν της επικοινωνίας, το αλουμινόχαρτο και η Λόλα
Σήμερα, για να μάθεις την ώρα, κοιτάζει το κινητό σου. Τότε, σήκωνες το ακουστικό του τηλεφώνου, γύρισε το περιστροφικό καντράν και σχημάτισε το 141. Και λίγο αργότερα, μια γνώριμη γυναικεία φωνή, εκείνη της Καλλιόπης (Πιπίτσας) Παΐσιου, ανακοινώνει με χαρακτηριστική ευγένεια: «Στον επόμενο τόνο η ώρα που είναι…».
Η ακριβής ώρα δεν βρισκόταν στην οθόνη του χεριού μας. Ερχόταν από το ακουστικό, μέσα από μια υπηρεσία που για πολλούς αποτελούσε καθημερινή συνήθεια.
Και όταν συνέβαινε κάτι σημαντικό, μια γέννηση, ένας γάμος ή ένα δυσάρεστο γεγονός, το τηλεγράφημα έδινε στα είδη ξεχωριστού βάρους. Πήγαινες στον ΟΤΕ, πλήρωνες με τη λέξη και προσπαθούσε να χωρέσει όσα ήθελε να πει σε λίγες, προσεκτικά επιλεγμένες φράσεις. Κάθε λέξη κόστιζε και κάθε λέξη μετρούσε. Όταν ο ταχυδρόμος έκανε την πόρτα κρατώντας το χαρακτηριστικό χαρτί, ήξερες ότι είχε έρθει ένα μήνυμα που δεν μπορούσε να περιμένει.
Η τηλεόραση, πάλι, μια ολόκληρη ιεροτελεστία. Δύο κανάλια, μια ασπρόμαυρη συσκευή και η υπομονή να περιμένει την εκπομπή που αγαπούσε. Αν η εικόνα γέμιζε «χιόνια», δεν υπήρχε λόγος ανανέωσης. Υπήρχε η κεραία, η ταράτσα και κάποιος που προσπαθούσε να βρει την κατάλληλη θέση για να καθαρίσει το σήμα. Κάποτε, ακόμη και λίγο αλουμινόχαρτο στα «αυτιά γαϊδάρου» της εσωτερικής κεραίας γινόταν μέρος της οικογενειακής επιχείρησης για καλύτερη λήψη.
Περιμέναμε να εμφανιστούν στην οθόνη η Ελένη Κυπραίου, η Αλέκα Μαβίλη, η Νάκυ Αγάθου, η Κέλλυ Σακάκου ή η Ρίτα Ασημακοπούλου. Οι εκφωνήσεις της εποχής, με την προσεγμένη εμφάνιση, την ευγένεια και την καθαρή άρθρωσή τους, αποτελούσαν αναπόσπαστο κομμάτι της τηλεοπτικής μας μνήμης.
Κι ύστερα έρχονταν οι παιδικές σειρές και τα κινούμενα σχέδια. Ο Μπαρμπα-Μυτούσης, ο Κλούβιος και η Σουβλίτσα, η Μάγια η Μέλισσα, ο Σπορτ Μπίλι, η Λάσι, η Λούσι Μπολ, ο Σαρλό και το εκπαιδευτικό «Μια φορά κι ένας καιρός ήταν ο άνθρωπος». Δεν χρειαζόμασταν εκατοντάδες κανάλια. Μερικές αγαπημένες εκπομπές αρκούσαν για να μας κρατήσουν καθηλωμένους.
Ακόμη και οι διαφημίσεις γίνονταν τραγούδια που περνούσαν από στόμα σε στόμα. Ποιος δεν θυμάται το γάλα Καρνέισον και το χαρακτηριστικό διαφημιστικό στιχάκι «Τη Λόλα από τη φωτιά ποιος την βγάλει;»; Οι διαφημίσεις δεν χάνονταν μέσα σε μια ατέλειωτη ροή περιεχομένου. Έμεναν στη μνήμη και γίνονταν μέρος της καθημερινής κουβέντας.
Και όταν άρχιζε το αγαπημένο σίριαλ στην ΥΕΝΕΔ, οι δρόμοι μπορούσαν να ερημώσουν. Από το «Σπίτι με τον φοίνικα» και τον «Κύριο Συνήγορο» μέχρι την «Κοκορόμυαλη» με την Κατερίνα Γιουλάκη και τον «Άγνωστο Πόλεμο» του Νίκου Φώσκολου, η τηλεόραση έκανε θέματα για την επόμενη ημέρα. Ο Άγγελος Αντωνόπουλος, ως συνταγματάρχης Βαρτάνης, κρατούσε το ενδιαφέρον του κοινού και την επομένη οι γείτονες συζητούσαν τις παραπάνω από τη φράση, αλλά και την μοναδικά υπέροχη ''Λωξάντρα'', μια εκπληκτική τηλεοπτική σειρά βασιμένη στο ομότιτλο μυθηστόρημα της Μαρίας Ιορδανίδου, όπου εκεί θαυμάσαμε την εκπληκτική ερμηνεία της σπουδαίας ηθοποιού Μπέτυ Βαλάση αλλα και τόσων αλλων αξιλογων και σπουδαιων ηθοποιων και τεχνικών συνεργατων.
Δεν υπάρχουν διαδικτυακές αναλύσεις και σχόλια σε πραγματικό χρόνο. Υπήρχαν οι άνθρωποι που συναντούσαν και μοιράζονταν τις εντυπώσεις τους.
Το τεφτέρι, η μυρωδιά του ψωμιού και τα γαλακτοπωλεία
Σήμερα μπαίνεις στο σούπερ μάρκετ, γεμίζει το καλάθι σου, πληρώνεις και φεύγεις. Κάποτε, το παντοπωλείο της γειτονιάς ήταν κάτι πολύ περισσότερο από ένα κατάστημα. Το σημείο συνάντησης, τόπος ενημέρωσης και, συχνά, ένα μικρό δίχτυ κοινωνικής προστασίας.
Ο μπακάλης ήξερε το όνομά σου και καταλάβαινε ποτέ περνούσες δύσκολα. Αν τα χρήματα δεν έφταναν, υπήρχε το τεφτέρι. «Γράψ' τα και τα βρίσκουμε». Η πίστη στηριζόταν στην εμπιστοσύνη και στην προσωπική σχέση, με τον καθένα να έχει ιδιαίτερη βαρύτητα.
Στα ράφια υπάρχουν όσπρια και άλλα προϊόντα χύμα, ενώ το κρασί ερχόταν σε μεγάλες νταμιτζάνες. Στους ντενεκέδες διατηρούνταν παστά ψάρια και λιχουδιές, ενώ από τα ταβάνι κρέμονταν πλεξούδες με λουκάνικα. Σε ειδική μαγαζιά, ο μερακλής θα μπορούσε να βρει ακόμη και μεζέδες για να συνοδεύσει το κρασί του.
Λίγο παρακάτω βρισκόταν ο φούρνος. Το ψωμί έβγαινε ζεστό, με την κόρα να τρίζει και το εσωτερικό να αχνίζει. Η μυρωδιά του απλωνόταν στον δρόμο και σε τραβούσε κοντά του πριν ακόμη φτάσει στην πόρτα. Τα σουσαμένια κουλούρια, τραγανά απ' έξω και μαλακά μέσα, ένα μικρό καθημερινό δώρο.
Και τον Σεπτέμβριο, όταν ερχόταν η εποχή του μούστου, οι μουσταλευριές έβρισκαν τη θέση τους σε πήλινα δοχεία. Κανέλα, σουσάμι και η γλυκιά μυρωδιά του σταφυλιού γέμιζαν τον χώρο.
Οι Κυριακές είχαν τη δική τους ιεροτελεστία. Το ταψί με το φαγητό, συχνά ένα λαχταριστό γιουβέτσι, ετοιμαζόταν από το σπίτι και μεταφερόταν στο φούρνο της γειτονιάς. Ο φούρναρης τοποθέτησε το ξύλινο αριθμημένο σημάδι του, ώστε να γνωρίζει σε ποιον ανήκε. Ώρες αργότερα, το φαγητό επέστρεφε στο σπίτι έτοιμο, με τη γεύση του να γίνει μια με τη θάλασσα της Κυριακής.
Ξεχωριστή θέση είχαν και τα γαλακτοπωλεία. Με τα μεγάλα ψυγεία τους, τις βαριές πόρτες και τα μεταλλικά χερούλια, έμοιαζαν με μικρούς θησαυρούς δροσιάς. Από εκεί αγοράζαμε γιαούρτι με παχιά πέτσα, φρέσκο γάλα, κρέμες βανίλιας και γαλακτομπούρεκο με ζεστό σιρόπι, που έτρεμε ελαφρά στο κουτάλι.
Η εποχή που η αγορά δεν ήταν απλώς μια συναλλαγή. Ήταν μια καθημερινή επαφή με ανθρώπους που συναντούσες ξανά και ξανά, μέχρι που γίνονταν κομμάτι της ζωής σου.
Τα καλοκαίρια μας: Αλάνες, καρπούζι και πασατέμπος στο σινεμά
Το καλοκαίρι είχε τη δική του γεύση και τον δικό του ήχο. Η βυσσινάδα σερβιριζόταν με το γλυκό βύσσινο μέσα στο ποτήρι, ενώ η λεμονάδα είχε τη δροσιά των στυμμένων λεμονιών και τη γλυκιά της ζάχαρης. Στα καφενεία, το «υποβρύχιο», μια κουταλιά γλυκού μέσα σε κρύο νερό, ήταν απόλαυση που δεν χρειαζόταν περίτεχνη παρουσία.
Το απογευματινό κέρασμα δεν ήταν κάποια συσκευασμένη μπάρα. Μπορούσε να είναι μια φέτα ψωμιού βρεγμένη με νερό και πασπαλισμένη με ζάχαρη ή φρυγανιές με ένα κομμάτι πικρής σοκολάτας Υγείας Παυλίδη. Απλά πράγματα, που όμως αποκτούσαν ξεχωριστή αξία όταν τα απολάμβανες μετά το παιχνίδι.
Τα καλοκαιρινά βράδια, μια χοντρή φέτα καρπούζι στο χέρι ήταν αρκετή για να βγεις στον δρόμο και να συνεχίσεις την κουβέντα με τα παιδιά της γειτονιάς. Και τα παγωτά; Τα μετρούσαμε με ενθουσιασμό, λες και έπρεπε να προλάβουμε να φάμε όσα περισσότερα μπορούσαμε μέχρι να τελειώσει το καλοκαίρι.
Η συνεχιζόταν στα θερινά σινεμά. Καθόσουν στην καρέκλα σου, κάτω από τον έναστρο ουρανό, με τον πασατέμπο και τον ηλιόσπορο στα χέρια. Το χαρακτηριστικό «κρατς-κρουτς» των σπόρων ακουγόταν σε όλη την αίθουσα, ενώ η ταινία ξετυλιγόταν στη μεγάλη οθόνη. Κανείς δεν χρειαζόταν να κρατήσει το κινητό του στο χέρι για να αισθανθεί ότι περνάει καλά.
Οι εκδρομές στη θάλασσα ήταν ένα άλλο μεγάλο κεφάλαιο. Κάτω από τα πεύκα απλώνονταν κουβέρτες και τραπεζομάντιλα, κι από τα καλάθια έβγαινε ένα ολόκληρο σπιτικό τραπέζι: κεφτεδάκια τηγανισμένα από τα χαράματα, πατάτες με φέτα, τηγανητές μελιτζάνες και κολοκυθάκια, ζυμωτό ψωμί, τουρσί, ελιές, αγγούρια και ντομάτες. μοσχοβολούσαν καλοκαίρι.
Το φαγητό ετοιμαζόταν με φροντίδα, συσκευαζόταν και μεταφερόταν στην παραλία. Κι όταν επιστρέφαμε στο σπίτι, το ντους στην αυλή με το λάστιχο του κήπου ήταν η τελευταία πράξη μιας ολόκληρης ημέρας γεμάτη ήλιο, θάλασσα και παιχνίδι.
Οι ήχοι της γειτονιάς, οι καραμέλες Αγελαδίτσα και η μοδίστρα
Τότε, το ρούχο δεν ήταν πάντοτε ένα έτοιμο προϊόν από μια βιτρίνα. Οι γυναίκες διάλεγαν το ύφασμα και το πήγαιναν στη μοδίστρα της γειτονιάς. Τα πατρόν από τα περιοδικά Burda ξεδιπλώνονταν πάνω στο τραπέζι, οι πρόβες διαδέχονταν η μία άλλη και οι καρφίτσες έδιναν στο ύφασμα το σχήμα που έπρεπε. Το ρούχο ραβόταν στα μέτρα της καθεμιάς και συχνά φοριόταν για χρόνια.
Τίποτα δεν πετιόταν εύκολα. Οι κάλτσες μπαλώνονταν με τη βοήθεια ενός ξύλινου αυγού, ενώ τα ρούχα επιδιορθώνονταν και ξαναφορούσαν. Η οικονομία δεν ήταν μόδα ούτε οικολογική τάση. Ήταν καθημερινή ανάγκη, αλλά και μια μορφή φροντίδας για όσα είχε κανείς.
Οι δρόμοι είχαν τους δικούς τους ήχους. Ο ακονιστής, ο καρεκλάς, ο παγωτατζής, ο τυροπιτάς και ο σαλεπιτζής περνούσαν από τις γειτονιές, αναγγέλλοντας την παρουσία τους με τη φωνή τους ή με το χαρακτηριστικό ήχο των εργαλείων τους. Στις πλατείες, τα παιδιά έτρεχαν για μαλλί της γριάς, ενώ στα περισσότερα αναζητούσαν τις τετράγωνες, μαλακές καραμέλες βουτύρου με τη χαρακτηριστική αγελαδίτσα στο χρυσόχαρτο.
Στα λεωφορεία, ο εισπράκτορας καθόταν στο κουβούκλιό του, έκοβε τα χάρτινα εισιτήρια με την τσιμπίδα και φώναζε στους επιβάτες να προχωρήσουν προς το βάθος. Μια ολόκληρη καθημερινότητα με πρόσωπα, φωνές και μικρές σκηνές που σήμερα μοιάζουν βγαλμένες από παλιά ελληνική ταινία.
Τα χρόνια του σχολείου: Φακές, πτυσσόμενα ποτήρια και ατέλειωτο παιχνίδι
Το σχολείο δεν τελείωνε πάντοτε με το τελευταίο κουδούνι. Για πολλά παιδιά, τότε, η πραγματική περιπέτεια άρχιζε μόλις έβγαιναν από την πόρτα.
Οι αλάνες γίνονταν γήπεδα, τα πεζοδρόμια στίβοι και οι αυλές τόποι ατελείωτου παιχνιδιού. Δεν χρειαζόταν οργανωμένο πρόγραμμα ούτε ειδικός εξοπλισμός. Μια μπάλα, λίγα παιδιά και αρκετή φαντασία αρκούσαν για να περάσει ολόκληρο το απόγευμα. Τα γδαρμένα γόνατα ήταν συχνά παράσημα μιας ημέρας γεμάτης τρέξιμο, αν και οι σημερινές γνώσεις για την υγιεινή και την περιγραφή των τραυμάτων μας θυμίζουν ότι η ανεμελιά δεν χρειάζεται να συνοδεύεται από την παραμόρφωση της υγείας.
Στο σχολείο πίναμε νερό από τα πτυσσόμενα μεταλλικά ποτηράκια, που άνοιγαν και έκλειναν σαν μικρά στρογγυλά κουτάκια. Στα πρώτα χρόνια της εκπαίδευσης πολλών από εμάς, η ορθογραφία και η γραφή συνδέονταν ακόμη με το πολυτονικό σύστημα: δασεία, ψιλή, οξεία, περισπωμένη. Τα τετράδια αντιγραφής είχαν τις δικές τους γραμμές, ενώ ο ελεύθερος χώρος στην κορυφή περίμενε τη ζωγραφιά μας.
Πριν ξεκινήσει η σχολική χρονιά, τα βιβλία ντύνονταν με μπλε ή διάφανο πλαστικό. Μια οικογενειακή επιχείρηση που απαιτούσε προσοχή, ψαλίδι και υπομονή. Στις κασετίνες, οι γόμες με άρωμα φρούτων μύριζαν τόσο έντονα, ώστε κάποια παιδιά δυσκολεύονταν να αντισταθούν στον πειρασμό να τις δαγκώσουν.
Στο μάθημα της φυσικής ιστορίας, οι φακές μέσα σε ένα κεσεδάκι με βαμβάκι μας έδειχναν πώς ένας μικρός σπόρος μπορούσε να βγάλει ρίζες και βλαστό. Λίγο νερό, φως και υπομονή αρκούσαν για να παρακολουθήσουμε από κοντά ένα μικρό θαύμα της φύσης.
Και στα διαλείμματα; Το «Μπιζζζ» και το λάστιχο. Δύο παιδιά κρατούσαν το λάστιχο στα πόδια τους και το τρίτο πηδούσε, έκανε φιγούρες και σταύρωνε τα πόδια του, προσπαθώντας να κλείσει τη σειρά χωρίς λάθος. Όσο το λάστιχο ανέβαινε από τους αστραγάλους στα γόνατα και ψηλότερα, τόσο δυσκόλευε η αποστολή.
Στο σπίτι, οι κούκλες που περπατούσαν και τραγουδούσαν αποτελούσαν μικρούς θησαυρούς. Άλλαζες το μικρό πλαστικό δισκάκι στην πλάτη τους και άλλαζε το τραγούδι. Τα παιχνίδια άλλης εποχής, που δεν χρειάζονταν οθόνη για να ενεργοποιήσουν τη φαντασία.
Κόμικς, μολύβια στις κασέτες και φιλιά στα κλεφτά
Η εβδομάδα είχε και τις δικές της μικρές αναγνωστικές απολαύσεις. Το «Ρομάντζο», ο «Θησαυρός» και το «Φαντάζιο» περνούσαν από χέρι σε χέρι, μαζί με τα περιοδικά και τις γελοιογραφίες που σχολίαζαν την εποχή τους. Η «Πάττυ» και η «Μανίνα» έδιναν στις μικρές αναγνώστριες χάρτινες φορεσιές για να ντύνουν τις χάρτινες κούκλες τους. Η «Σούπερ Κατερίνα» έκρυψε στις σελίδες της σχέδια και στάμπες που μεταφέρονταν με το σίδερο πάνω σε λευκά μπλουζάκια.
Και βέβαια, υπάρχουν τα κόμικς: ο Ποπάυ, ο Πινόκιο, ο Μίκυ Μάους, ο Σεραφίνο και ο Τιραμόλα. Ήρωες που μας κρατούσαν συντροφιά χωρίς να χρειάζεται να συνδεθούμε στο διαδίκτυο.
Η μουσική είχε επίσης τη δική της τελετουργία. Οι κασέτες γράφονταν, ξαναγράφονταν και φυλάσσονταν σαν μικροί θησαυροί. Όταν το κασετόφωνο «μασούσε» την ταινία, δεν πετούσαμε αμέσως την κασέτα. Παίρναμε ένα μολύβι, το περνούσαμε στην τρύπα της μπομπίνας και γυρίζαμε προσεκτικά, προσπαθώντας να μαζέψουμε ξανά την κορδέλα χωρίς να την καταστρέψουμε.
Τα βράδια της Δευτέρας, το «Θέατρο της Δευτέρας» μας έφερνε στο σπίτι τις φωνές μεγάλων ηθοποιών και θεατρικά έργα που μπορούσαν να μας καθηλώσουν ακόμη κι όταν δεν υπήρχε εικόνα. Το ραδιόφωνο γινόταν σκηνή και η φαντασία αναλάμβανε να συμπληρώσει όσα δεν βλέπαμε.
Και ο έρωτας; Εκείνος δεν χρειαζόταν ειδοποιήσεις και μηνύματα. Χρειαζόταν θάρρος, υπομονή και ένα βλέμμα που θα κρατούσε λίγο περισσότερο απ' όσο επέτρεπε η συστολή. Τα στιχάκια στα ημερολόγια και τα ανώνυμα σημειώματα έδιναν κι έπαιρναν. Περίμενες έξω από το φροντιστήριο ή στη γωνία του δρόμου, ελπίζοντας να συναντήσεις το πρόσωπο που σου είχε αναστατώσει την καρδιά. Και το πρώτο φιλί, όταν τελικά ερχόταν, ήταν σύντομο, κλεφτό και πολύτιμο.
Οι φωτογραφίες ήταν λιγότερες, επειδή το φιλμ και η εμφάνιση είχαν κόστος. Δεν φωτογραφίζαμε κάθε γεύμα, κάθε βόλτα και κάθε χαμόγελο. Όταν όμως μια φωτογραφία έβγαινε από τον φάκελο του φωτογραφείου, κρατούσε μέσα της μια συγκεκριμένη στιγμή. Δεν χανόταν ανάμεσα σε χιλιάδες άλλες εικόνες. Γινόταν ανάμνηση.
Οι αυλές, τα πλατύσκαλα και η ανάγκη να ανήκεις κάπου
Δεν ήταν όλα εύκολα τότε. Οι άνθρωποι είχαν άγχη, θλίψεις, οικογενειακές δυσκολίες και προβλήματα που συχνά έμεναν κρυμμένα πίσω από κλειστές πόρτες. Η ψυχική υγεία δεν ήταν λιγότερο σημαντική επειδή συζητήθηκε λιγότερο. Ούτε η ανθρώπινη ανάγκη για βοήθεια ήταν μικρότερη.
Υπήρχαν, όμως, γειτονιές όπου η καθημερινή επαφή δημιουργούσε για μοίρασμα. Στις αυλές και στα πλατύσκαλα, οι γείτονες κάθονταν μαζί, έλεγαν τα νέα τους, μοιράζονταν τα βάσανά τους και προσέφεραν ο ένας στον άλλον μια κουβέντα, ένα πιάτο φαγητό ή λίγη συντροφιά.
Δεν ήταν θεραπεία για όλα. Είναι, όμως, ένας τρόπος να μη νιώθεις ότι αντιμετωπίζεις τα πάντα μόνο σου.
Τα καλοκαιρινά βράδια, στρώναμε μια κουβέρτα στην ταράτσα ή στην αυλή. Κοιμόμασταν κάτω από τα αστέρια, με τη μυρωδιά του βασιλικού και του γιασεμιού να απλώνεται στον αέρα. Η δροσιά της νύχτας, οι φωνές από τα γύρω σπίτια και ο ουρανός πάνω από το κεφάλι μας έδιναν στο καλοκαίρι μια αίσθηση ελευθερίας που περιγράφεται.
Ακόμη και οι γιορτές είχαν ξεχωριστή ατμόσφαιρα. Τα Χριστούγεννα, οι τροχονόμοι που ρύθμιζαν την κυκλοφορία μέσα στα χαρακτηριστικά βαρέλια στις διασταυρώσεις γίνονταν μέρος της εορταστικής εικόνας. Ο κόσμος τούς πλησίαζε για να τους προσφέρει γλυκά και δώρα, ως αυθόρμητη χειρονομία ευγνωμοσύνης για την υπηρεσία τους μέσα στο κρύο.
Οι μικρές σκηνές της καθημερινότητας που σήμερα μοιάζουν μακρινές, αλλά παραμένουν ζωντανές στη μνήμη των έζησαν.
Το πλύσιμο της προίκας: Όταν η χαρά της μίας γινόταν γιορτή όλων
Από τις πιο χαρακτηριστικές εικόνες της παλιάς γειτονιάς ήταν οι προετοιμασίες για έναν γάμο. Σε πολλές περιοχές της Ελλάδας, όταν πλησίαζε η ημέρα που μια κοπέλα θα παντρευόταν, οι γυναίκες της οικογένειας και της γειτονιάς συγκεντρώνονταν για να ετοιμαστούν τα προικιά της.
Τα χειροποίητα κεντήματα, τα πλεκτά με το βελονάκι και τα σεντόνια πλένονταν στη σκάφη, με νερό που ζεσταινόταν σε μεγάλα καζάνια. Τα παιδιά βοηθούσαν όπως μπορούσαν, κουβαλώντας νερό και μεταφέροντας ό,τι χρειαζόταν από το ένα σπίτι στο άλλο. Η δουλειά ήταν κοπιαστική, αλλά γινόταν μέσα σε συζητήσεις, πειράγματα και τραγούδια.
Τα προικιά απλώνονταν σε μπαλκόνια, αυλές και σχοινιά, απ' άκρη σ' άκρη της γειτονιάς. Όταν ο χώρος ενός σπιτιού δεν επαρκούσε, βοηθούσαν οι γείτονες. Λευκά σεντόνια, κεντημένες μαξιλαροθήκες και υφάσματα στέγνωναν στον ήλιο, δημιουργώντας μια εικόνα που έμοιαζε με γιορτή.
Αφού στέγνωναν, οι γυναίκες τα σιδέρωναν, τα δίπλωναν με προσοχή και τα φύλαγαν για το νέο σπίτι. Κάθε κομμάτι κουβαλούσε ώρες δουλειάς, φροντίδας και προσμονής. Πίσω από τα υφάσματα δεξιότητες που περνούσαν από γενιά σε γενιά, αλλά και μια ολόκληρη κοινωνική παράδοση που στηριζόταν στη συμμετοχή.
Σήμερα, πολλές από αυτές τις συνήθειες έχουν χαθεί ή έχουν αλλάξει. Η ζωή έγινε γρηγορότερη, οι οικογένειες μετακινήθηκαν, οι γειτονιές μεταμορφώθηκαν. Μαζί τους χάθηκαν και μεγάλη για αυθόρμητη συνάντηση, για βοήθεια χωρίς αντίλλαγμα, για συμμετοχή στη χαρά και στη δυσκολία του άλλου.
Τι μας λείπει πραγματικά από εκείνη την Ελλάδα;
Δεν χρειάζεται να εξιδανικεύσουμε το παρελθόν για να αναγνωρίσουμε την αξία του. Εκείνα τα χρόνια είχαν στερήσεις, περιορισμούς, κοινωνικές προκαταλήψεις και δυσκολίες που σήμερα έχουμε σε αρκετούς τομείς ξεπεράσει. Η τεχνολογία μας προσφέρει δυνατότητες που κάποτε έμοιαζαν αδιανόητες: άμεση επικοινωνία, πρόσβαση στη γνώση, ευκολότερη επαφή με ανθρώπους που βρίσκονται μακριά.
Το ερώτημα, λοιπόν, δεν είναι η ζωή καλύτερη χωρίς κινητά και υπολογιστές. Είναι αν, μέσα στην ταχύτητα και στην ευκολία της σύγχρονης εποχής, καταφέραμε να διατηρήσουμε όσα κάνουν τη ζωή ανθρώπινη.
Μπορούμε να έχουμε εκατοντάδες διαδικτυακές επαφές και να μας λείπει ένας άνθρωπος για να πιούμε έναν καφέ. Μπορούμε να ανταλλάσσουμε μηνύματα όλη τη μέρα και να μην βρίσκουμε χρόνο για μια ουσιαστική συζήτηση. Μπορούμε να καταγράφουμε κάθε στιγμή και, τελικά, να ξεχνάμε να ζούμε.
Ίσως, λοιπόν, αυτό που νοσταλγούμε δεν είναι μόνο οι γεύσεις, τα παιχνίδια, οι παλιές τηλεοπτικές εκπομπές ή τα μικρά μαγαζιά της γειτονιάς. Είναι η αίσθηση ότι ο χρόνος είχε χώρο για τους άλλους. Ότι μια καλημέρα μπορούσε να γίνει κουβέντα, μια κουβέντα να γίνει φιλία και μια μικρή χειρονομία να μετατραπεί σε ανάμνηση ζωής.
Η Ελλάδα εκείνων των χρόνων δεν ήταν ένας επίγειος παράδεισος. Έπιασε, όμως, μια Ελλάδα στην οποία πολλές καθημερινές στιγμές μάς έφερναν πιο κοντά: το ψωμί που μόλις είχε βγει από το φούρνο, το τεφτέρι του μπακάλη, το παιχνίδι στην αλάνα, η κουβέντα στο πλατύσκαλο, το τραπέζι από την πεύκα, το πρώτο φιλί στη γωνία του δρόμου.
Και ίσως εκεί να βρίσκεται η ουσία όλης αυτής της νοσταλγίας.
Δεν χρειάζεται να γυρίσουμε πίσω στον χρόνο. Χρειάζεται να θυμηθούμε τι αξίζει να πάρουμε μαζί μας από εκείνον.
Να σηκώσουμε λίγο τα μάτια από τις οθόνες. Να χτυπήσουμε την πόρτα ενός ανθρώπου που έχουμε καιρό να δούμε. Να καθίσουμε με τους δικούς μας χωρίς να κοιτάμε το κινητό. Να ξαναδώσουμε χώρο στις κουβέντες, στις αυλές, στις μικρές καθημερινές χαρές.
Γιατί, όσο κι αν αλλάζει ο κόσμος, η ανάγκη μας παραμένει η ίδια: να μας ακούν, να μας καταλαβαίνουν, να θυμούνται.
Και, πάνω απ' όλα, δεν χρειάζεται να κοιτάξουμε μια οθόνη για να αισθανθούμε πως δεν είμαστε μόνοι.












Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου