Το βράδυ εκείνο στο μοναστήρι, στον έβδομο λόφο, κοντά στα τείχη του Κωνσταντίνου, η Κασσιανή έγραφε, υπό το φως των κεριών, τους στίχους του ύμνου που έμελλε να γίνει ένα από τα ωραιότερα τροπάρια της Ορθοδοξίας. « Κύριε, ἡ ἐν πολλαῖς ἁμαρτίαις περιπεσοῦσα γυνή…».
Οι λέξεις της είχαν τη δύναμη αγάπης προς τον Χριστό, αλλά και έναν λυγμό για έναν ανεκπλήρωτο έρωτα, μιας αγάπης που έζησε για να σβήσει στο λεπτό. Τιμωρήθηκε επειδή ήταν έξυπνη και ετοιμόλογη.
Το δωμάτιο μύριζε μοσχολίβανο και οι λέξεις της χόρευαν μαζί με τη φλόγα του κεριού, που την χάιδευε ο αέρας από το μισάνοιχτο παράθυρο. Στα αυτιά της αντηχούσε ακόμα η φωνή του. Η μέρα σήμερα έμοιαζε με εκείνη στο παλάτι, τότε που την κοίταξε κάπως περιπαικτικά, θέλοντας να ελέγξει αν το κάλλος της ήταν ισότιμο της εξυπνάδας της. Γνώριζε την ευγενική της καταγωγή και τη μόρφωσή της, αλλά η εξαίσια ομορφιά της τον προκαλούσε. Το βλέμμα του δεν το πήρε από πάνω της.
« Εκ γυναικός ἐρρύη τὰ φαῦλα» , δήλωσε αποφασιστικά ο αυτοκράτορας Θεόφιλος, καθώς την κοιτούσε, εννοώντας το αμάρτημα της Εύας. Στο χέρι του κρατούσε το χρυσό μήλο, την επιλογή της νύφης, μαζί με τη μοίρα. Σε όποια το πρόσφερε θα έδινε την καρδιά του και την αυτοκρατορία του.
Η Κασσιανή σήκωσε το βλέμμα της και, με μια ανάσα, απάντησε: «Αλλά καὶ ἐκ γυναικός πηγάζει τὰ κρείττω», δηλαδή « από τη γυναίκα προέρχονται και όλα τα καλά », εννοώντας την Παναγία.
Ο Θεόφιλος μειδίασε ειρωνικά. Κοίταξε σαστισμένος γύρω του. Όλοι στο παλάτι τους παρακολουθούσαν. Αμέσως μετά, η φωνή του ακούστηκε σε όλη την αίθουσα του Τρίκλινου: «Ὦ γύναι! Εἴθε ἐσίγας», και, νευριασμένος, γύρισε το βλέμμα του από την άλλη. Η επιλογή του ήταν η Θεοδώρα, από την Παφλαγονία της Μικράς Ασίας.
Η Κασσιανή εγκατέλειψε για πάντα τα εγκόσμια. Διάλεξε ένα μέρος στην άκρη της Βασιλεύουσας, όπου έχτισε ένα μοναστήρι. Κάποια χρόνια μετά, απομονωμένη στο κελί του μοναστηριού, κλαίγοντας πάνω από τις λέξεις του ύμνου της προς τον Χριστό, συνέχισε να γράφει για τη γυναίκα που άλειψε με λάδι και μύρο τα πόδια του: « Καταφιλήσω τοὺς ἀχράντους σου πόδας, ἀποσμήξω τούτους δὲ πάλιν τοῖς. τῆς κεφαλῆς μου βοστρύχοι ».
Ξαφνικά, άκουσε φασαρία στην αυλή της μονής. Η Κασσιανή κοίταξε από το μισάνοιχτο παράθυρο και η καρδιά της σφίχτηκε. Τα μάτια της δεν την γελούσαν. Ο αυτοκράτορας Θεόφιλος προχωρούσε αποφασιστικά προς την εσωτερική πόρτα του μοναστηριού. Η Κασσιανή άφησε στη μέση τον ύμνο και, ταραγμένη, βγήκε από το κελί, τρέχοντας να κρυφτεί.
Ο Θεόφιλος μπήκε από τη μισάνοιχτη πόρτα. Κοίταξε τριγύρω να τη βρει. Απογοητευμένος, πλησίασε το τραπέζι και διάβασε ξανά και ξανά την τελευταία στροφή που είχε σημειώσει την αγαπημένη του: « ὧν (ποδῶν) ἐν τῷ παραδείσῳ Εὔα τὸ δειλινόν… », και εκείνος συμπλήρωσε, γράφοντας έμμεσα με υπαινιγμό , τον φόβο της Κασσιανής να τον ξαναδεί μπροστά της: « κρότον τοῖς ὠσὶν ἠχηθεῖσα, τῷ φόβῳ ἐκρύβη… », δηλαδή « αυτά τα πόδια, που, όταν η Εύα κατά το δειλινό τα άκουσε να περπατάνε, από τον φόβο της κρύφτηκε… ».
Η Κασσιανή δεν είδε ποτέ ξανά τον Θεόφιλο.
Χριστίνα Αλ,


Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου