Social Icons

Παρασκευή, 5 Απριλίου 2013

ΣΟΦΙΑ ΛΟΡΕΝ: Η μουσα όλου του κόσμου




Eπιμέλεια: Ακης Λούκας/Mag24.gr

Μια από τι ομορφότερες πρωταγωνίστριες του παγκόσμιου κινηματογράφου, η Σοφία Λόρεν εδώ και δεκαετίες γοητεύει τον αντρικό πληθυσμό όλου του κόσμου. Η Ιταλίδα καλλονή και σταρ του κινηματογράφου από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα, Σοφία Λόρεν, παραδίδει ακόμη μαθήματα στυλ και ταλέντου, καθώς ο φωτογραφικός φακός δεν φαίνεται να θέλει να την αφήσει σε ησυχία…

Σοφία Βιλάνι Σικολόνε είναι το πραγματικό όνομα της διάσημης Ιταλίδας, η οποία γεννήθηκε στις 20 Σεπτεμβρίου 1934 στη Ρώμη. Ο πατέρας της ήταν μηχανικός και παρ’ όλο που οι γονείς της έκαναν δύο παιδιά μαζί, ο πατέρας της δεν παντρεύτηκε ποτέ τη μητέρα της, η οποία ήταν καθηγήτρια πιάνου και ηθοποιός.

Η μικρή Σοφία και η αδερφή της μεγάλωσαν μαζί με τη μητέρα τους και τη γιαγιά τους κοντά στη Νάπολη, ενώ είχε ακόμη αλλά δύο μικρότερα ετεροθαλή αδέλφια από τον πατέρα της.
Το μέρος στο οποίο μεγάλωνε, όμως, γινόταν συχνά στόχος βομβαρδισμών κατά τη διάρκεια του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου, με αποτέλεσμα η μικρή Σοφία να τραυματιστεί και αργότερα η οικογένεια να μετακομίσει στη Νάπολη. Μετά τον πόλεμο επέστρεψαν οικογενειακώς στο Ποτζουόλι, προσπαθώντας να βγάλουν τα προς το ζην κάνοντας διάφορες δουλειές. Η Ιταλίδα καλλονή, με το ψευδώνυμο «οδοντογλυφίδα», από μικρή ηλικία δούλευε ως σερβιτόρα στην pub που είχε ανοίξει η γιαγιά της, όπου πουλούσε χειροποίητο λικέρ και πολλές φορές βρισκόταν και στη λάντζα.

Στα 14 έλαβε μέρος σε ένα διαγωνισμό ομορφιάς και παρ’ όλο που δεν κέρδισε, ήταν μέσα στις φιναλίστ, κάτι που την έκανε να αρχίσει να κινείται σε αυτό το χώρο. Αργότερα ξεκίνησε μαθήματα υποκριτικής και η πρώτη της εμφάνιση στον κινηματογράφο έγινε το 1950 με το «Il voto» και το πραγματικό της όνομα, Σοφία Σικολόνε, το οποίο χρησιμοποιούσε μέχρι και το 1952, εναλλάσσοντάς το με το Σοφία Λατζάρο.


Σε βοηθητικό ρόλο την βρίσκουμε και στο περίφημο «Quo Vadis» του Μέρβιν Λιρόι, ενώ ο πρώτος της πρωταγωνιστικός ρόλος, όπου υιοθετεί πλέον και το σημερινό της όνομα, είναι στο «Δυο νύχτες με την Κλεοπάτρα» του Μάριο Μάτολι. Στην ταινία, μάλιστα, έχει διπλό ρόλο, αφού υποδύεται από τη μία την Κλεοπάτρα, τη Βασίλισσα του Νείλου και από την άλλη μια όμορφη σκλάβα που παίρνει τη θέση της.
Το Σοφία Λατζάρο το υιοθετεί για μία ακόμη φορά, το 1953 στο «La favorita», ενώ αμέσως μετά με το μιούζικαλ «Aida» επιστρέφει στο Λόρεν, το οποίο και δεν θα αποχωριστεί ποτέ ξανά.

Η πορεία προς τα φώτα της δημοσιότητας
Έχοντας βρεθεί σε αρκετές ταινίες στις αρχές της δεκαετίας του ’50, ο πρώτος της μεγάλος ρόλος έρχεται το 1954 με την κομεντί του Βιτόριο Ντε Σίκα, «L’ oro di Napoli», η οποία συμμετείχε και στο Φεστιβάλ Καννών το 1955. Την ίδια χρονιά, ο Ντε Σίκα μπαίνει στη θέση του πρωταγωνιστή και η κομεντί «Too bad she’s bad» αποτελεί μια από τις πρώτες ταινίες όπου η Λόρεν θα βρεθεί στο ίδιο καστ με τον Μαρτσέλο Μαστρογιάννι.

Το 1955 οι τρεις του θα βρεθούν και πάλι στο ίδιο καστ στην κομεντί «La bella mugnaia» και λίγο αργότερα, η ίδια και ο Μαστρογιάννι πρωταγωνιστούν στη δραματική κομεντί «Lucky to be a woman» του Αλεσάντρο Μπλαζέτι.

Με τη ματιά προς το Χόλιγουντ
Πριν ακόμη κλείσει μια δεκαετία στο χώρο και συγκεκριμένα το 1957, η Σοφία Λόρεν υποδύεται μια μικρή νησιωτοπούλα από την Ύδρα, τη Φαίδρα, που εργάζεται σαν δύτης σφουγγαριών στην υποψήφια για Όσκαρ ταινία «Το παιδί και το δελφίνι» του Γιαν Νεγκουλέσκο. Η Ιταλίδα ηθοποιός βρέθηκε στην Ύδρα για τα γυρίσματα της ταινίας, ενώ αποτελεί μια από τις πρώτες δουλειές της που την κάνουν να λάμπει στο Χόλιγουντ, τραγουδώντας «Τι είν’ αυτό που το λένε αγάπη».
Κατά τη διάρκεια της καριέρας της, μάλιστα, ηχογράφησε πάνω από 25 τραγούδια, ενώ γνωστό είναι και το άλμπουμ με κωμικά τραγούδια που ηχογράφησε με τον ηθοποιό Πίτερ Σέλερς.
Ακολουθεί η περιπέτεια δράσης «Υπερηφάνεια και πάθος», όπου συναντά τον Φρανκ Σινάτρα και τον Κάρι Γκραντ και συνεχίζει να εντυπωσιάζει στη Δύση, καθώς ο Κάρι Γκραντ την ερωτεύεται και της κάνει πρόταση γάμου, την οποία η ίδια αρνείται. Αυτός που έχει κλέψει την καρδιά της είναι ο Ιταλός παραγωγός Κάρλο Πόντι, τον οποίο και παντρεύεται το 1957.

Ο γάμος τους, όμως, ακυρώνεται το 1962, καθώς ο Πόντι ήταν ήδη παντρεμένος και το διαζύγιο που είχε βγάλει στο Μεξικό δεν ήταν αποδεκτό στην Ιταλία. Το 1966 το ζευγάρι ξανασμίγει με τα δεσμά του γάμου, όταν καταφέρνουν να ξεπεράσουν τις δυσκολίες και μένουν μαζί μέχρι και το θάνατο του Πόντι το 2007, αποκτώντας 2 γιους, ενώ σήμερα η ίδια έχει γίνει γιαγιά με 3 εγγόνια.
Το 1958 υπογράφει συμβόλαιο για 5 ταινίες με την εταιρεία παραγωγής Paramount Pictures και η καριέρα της σιγά-σιγά απογειώνεται.

Παγκοσμίου φήμης Λόρεν
Τα πράγματα φαίνεται να πηγαίνουν πολύ καλά για την καριέρα της και η αμοιβή της είχε ήδη φτάσει τα 200 χιλιάδες δολάρια στα τέλη της δεκαετίας. Το 1957 ο Τζον Γουέιν βρίσκεται στο δρόμο της στο «Legend of the lost» και η Ιταλίδα καλλονή αποχαιρετά την πρώτη δεκαετία της σταδιοδρομίας της στην υποκριτική, με ταινίες όπως το υποψήφιο για Όσκαρ «Desire under the elms» με τον Άντονι Πέρκινς, τη «Μαύρη Ορχιδέα» με τον Άντονι Κουίν που της χάρισε βραβείο του Φεστιβάλ της Βενετίας και το David di Donatello, την υποψήφια για 2 Όσκαρ κομεντί «Houseboat», όπου πρωταγωνιστεί ξανά με τον Κάρι Γκραντ κ.ά.

Το 1960 εμφανίζεται για πρώτη φορά ως... ξανθιά στο «Η διαβολογυναίκα», ξεκινώντας να διανύει μια δεκαετία στην οποία θα είναι μια από τις πιο διάσημες ηθοποιούς σε Ευρώπη και Αμερική, ερμηνεύοντας πρωταγωνιστικούς ρόλους πλάι σε μεγάλα ονόματα, όπως για παράδειγμα με τον Ζαν Πολ Μπελμοντό στο «Η ατιμασμένη» του Βιτόριο Ντε Σίκα.

Η Λόρεν ερμηνεύει την τραγική μητέρα που προσπαθεί να προστατεύσει την κόρη της στη διαλυμένη από τον πόλεμο Ιταλία, πέφτοντας θύμα βιασμού. Ο ρόλος της αρχικά ήταν αυτός της κόρης, όμως, φαίνεται ότι ως μητέρα τα κατάφερε καλά, αφού κέρδισε δεκάδες διεθνή βραβεία, ανάμεσα στα οποία και το Όσκαρ καλύτερης ηθοποιού, βραβείο του Φεστιβάλ Καννών, BAFTA κ.ά.
Επόμενη σημαντική ταινία της δεκαετίας είναι το ιστορικό «El Cid» το 1961, για την ιστορία του Ροντρίγκο Ντίαζ Ντε Βιβάρ, του επονομαζόμενου Ελ Σιντ, ο οποίος κατατρόπωσε τους Μαυριτανούς κι έγινε εθνικός ήρωας της Ισπανίας. Στο πλευρό της ο Τσάρλτον Ίστον και η ίδια, εκτός από την αγάπη και την αποδοχή του κόσμου, κερδίζει 750 χιλιάδες δολάρια γι’ αυτή της τη δουλειά.

Το 1963 συνεργάζεται και πάλι με τον Μαστρογιάννι στη βραβευμένη με Όσκαρ ταινία «Χθες, σήμερα, αύριο», ενώ το 1964 βρίσκεται ξανά υποψήφια για Όσκαρ καλύτερης ηθοποιού για την ερμηνεία της στην κομεντί του Βιτόριο Ντε Σίκα «Γάμος αλά ιταλικά» και πάλι στο πλευρό του Μαρτσέλο Μαστρογιάννι, αλλά και για Χρυσή Σφαίρα. Την ίδια χρονιά λαμβάνει τις υψηλότερες αποδοχές που είχε ποτέ ως τότε για το ιστορικό πολεμικό δράμα «Η πτώση της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας» του Άντονι Μαν, για το οποίο εισέπραξε 1 εκατομμύριο δολάρια.

Μέχρι το τέλος της δεκαετίας, η διάσημη ηθοποιός βρίσκεται στο πλευρό του Πολ Νιούμαν στο «Lady L» (1965), του Γκρέγκορι Πεκ στο «Arabesque» (1966), του Μάρλον Μπράντο στο «A countess from Hong Kong» (1967) και του Ομάρ Σαρίφ στο «C’ era una volta» (1967), ενώ όλο αυτό το διάστημα, από το 1964 κι έπειτα, μέχρι το 1977, λαμβάνει συνεχώς Χρυσή Σφαίρα ως η πιο αγαπημένη ηθοποιός παγκοσμίως.

Η δεκαετία του ’70 βρίσκει την Ιταλίδα Μαίριλυν Μονρό (όπως συχνά την αποκαλούσε ο Τύπος) με άλλον ένα ρόλο, αυτόν της μητέρας, αφού γεννάει τον πρώτο της γιο το 1968 και τον δεύτερο το 1973. Αναπόφευκτα, ο νέος της ρόλος την αναγκάζει να δουλεύει λιγότερο και να προτιμά κυρίως ιταλικές παραγωγές.

Το 1970, ο Μαστρογιάννι και ο Ντε Σίκα βρίσκονται ξανά στο δρόμο της στην ταινία «Sunflower», όπου κερδίζει άλλο ένα David di Donatello καλύτερης ηθοποιού και το ’71 ο Μαστρογιάννι βρίσκεται ξανά στο πλευρό της, στο «La moglie del prete».

Το «Il viaggio» είναι η τελευταία σκηνοθετική δουλειά του Βιτόριο Ντε Σίκα πριν το θάνατό του, με την Λόρεν και τον Ρίτσαρντ Μπάρτον στη μεγάλη οθόνη και 2 βραβεία ακόμη (David di Donatello και βραβείο San Sebastián) στη συλλογή της.

Το 1976 βρίσκεται σε ένα καστ με βετεράνους ηθοποιούς όπως Μάρτιν Σιν, Ρίτσαρντ Χάρις, Μπαρτ Λάνκαστερ και Άβα Γκάρντνερ, πρωταγωνιστώντας στο θρίλερ «The Cassandra crossing», ενώ ο Μαστρογιάννι θα είναι για πολλοστή φορά συμπρωταγωνιστής της το 1977, στο «Una giornata particolare», το οποίο θα της χαρίσει τη Χρυσή Σφαίρα και άλλο ένα David di Donatello. Εντωμεταξύ, ενώνει τις δυνάμεις της με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ, όχι για κάποια κινηματογραφική δουλειά, αλλά για να βαφτίσει ένα μικρό αστέρι του Χόλιγουντ, την Ντρου Μπάριμορ.

To 1978 βρίσκεται δίπλα στον Τζον Κασσαβέτης στο χολιγουντιανό θρίλερ «Brass Target» και την δεκαετία του ’70 κλείνει με το «Firepower» του Μάικλ Γουΐνερ, το οποίο, όμως, δεν σημείωσε ιδιαίτερη επιτυχία.

Η δεκαετία του ’80 βρίσκει την Σοφία Λόρεν σε λιγοστές ταινίες, όλες τηλεοπτικές και μία τηλεοπτική σειρά, το «Mamma Lucia». Η διάσημη ηθοποιός λανσάρει το δικό της άρωμα με τίτλο «Sophia», ενώ αποφασίζει να περάσει χρόνο με την οικογένειά της, απορρίπτοντας ρόλους στις επιτυχημένες τηλεοπτικές σειρές «Δυναστεία» και «Falcon Crest».
Το 1982, μάλιστα, πέρασε και 18 ημέρες υπό κράτηση στην Ιταλία, λόγω φοροδιαφυγής, προκαλώντας σάλο στα πρωτοσέλιδα ανά τον κόσμο.

Το 1991, η Ακαδημία την βραβεύει με ένα τιμητικό βραβείο για την προσφορά της στον κινηματογράφο και τις Τέχνες και το 1994 συμμετέχει μαζί με πληθώρα διάσημων ηθοποιών στο «Pret-a-porter» του Ρόμπερτ Άλτμαν με θέμα τη μόδα, κερδίζοντας μια υποψηφιότητα για Χρυσή Σφαίρα, ενώ το 1995 έλαβε το τιμητικό Βραβείο Cecil B. DeMille στις Χρυσές Σφαίρες.

Η δραστηριότητά της στον κινηματογράφο είναι πλέον πολύ μικρή, με πιο σημαντικούς σταθμούς την κομεντί «Grumpier old men» (1995) με τον Γουόλτερ Ματάου και τον Τζακ Λέμον, το «Between strangers» (2002) το οποίο γράφει και σκηνοθετεί ο γιος της και το μιούζικαλ «Nine» με τον Ντάνιελ Ντέι Λιούις, την Μάριον Κοτιγιάρ και την Πενέλοπε Κρουζ.


Σήμερα ζει στη Γενεύη της Ελβετίας από το 2006, διατηρώντας σπίτια στο Λος Άντζελες, αλλά και στη Νέα Υόρκη και φαίνεται να μην χάνει ποτέ την αισθησιακή φιγούρα της, αφού το 2007 πόζαρε σε ηλικία 73 ετών για το Ημερολόγιο της Pirelli, ενώ στην ιστορία έχει μείνει η ατάκα της για το καμπυλωτό σώμα της «Ό,τι βλέπετε το χρωστάω στις μακαρονάδες».

Ενδεικτική φιλμογραφία:
«Il voto» (1950), «Totò Tarzan» (1950), «Lebbra bianca» (1951), «Io son oil capataz» (1951), «Milano miliardaria» (1951), «Il mago per forza» (1951), «Era lui… si! si!» (1951), «Il padrone del vapore» (1951), «Due notti con Cleopatra» (1953), «La domenica della buona gente» (1953), «Africa sotto I mari» (1953), «La favorita» (1953), «Aida» (1953), «Il paese dei campanelli» (1954), «Tempi nostri» (1954), «L’ oro di Napoli» (1954), «Attila» (1954), «Peccato che sia una canaglia» (1954), «La donna del fiume» (1954), «La bella mugnaia» (1955), «Pane, amore e… » (1955), «La fortuna di essere donna» (1955), «Ci troviamo in galleria» (1957), «Boy on a Dolphin» (1957), «The pride and the passion» (1957), «Legend of the lost» (1957), «Desire under the elms» (1958), «The key» (1958), «The black orchid» (1958), «Houseboat» (1958), «That kind of woman» (1959), «Heller in pink tights» (1960), «A breath of scandal» (1960), «It started in Naples» (1960), «The millionaires» (1960), «La ciociara» (1960), «El Cid» (1961), «Madame Sans-Gêne» (1961), «Boccaccio ‘70» (1962), «I sequestrate di Altona» (1962), «Le couteau dans la plaie» (1962), «Ieri, oggi, domain» (1963), «The fall of the Roman Empire» (1964), «Matrimonio all’ italiana» (1964), «Operation Crossbow» (1965), «Lady L» (1965), «Judith» (1966), «Arabesque» (1966), «A countess from Hong Kong» (1967), «C’era una volta...» (1967), «Quest fantasmi» (1967), «I girasoli» (1970), «La moglie del prete» (1971), «La mortadella» (1972), «Bianco, rosso e…» (1972), «Man of La Mancha» (1972), «Il viaggio» (1974), «Verdict» (1974), «La pupa del gangster» (1975), «The Cassandra crossing» (1976), «Una giornata particolare» (1977), «Angela» (1978), «Brass Target» (1978), «Firepower» (1979), «Qualcosa di biondo» (1984), «Sabato, domenica e lunedi» (1990), «Pret-a-porter» (1994), «Grumpier old men» (1995), «Soleil» (1997), «Between strangers» (2002), «Peperoni, ripieni e pesci in faccia» (2004), «Nine» (2009).

Δεν υπάρχουν σχόλια: